Μετάβαση στο περιεχόμενο

ciuri

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]
1η κλίση, αρσενικό παροξύτονο ισοσύλλαβο
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική
ciuri(s)
ciuri
γενική
ciurù
ciuro
αιτιατική
ciuri
ciuru
κλητική
ciuri
ciuri

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ciuri < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κύρης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ciuri (ciùri) (ελληνική γραφή: κ̍ι̬ούρη (μεταγραφή Καραναστάση))

  • ciùri Vocabolario σελ.166 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
  • κ̍ι̬ούρη, τόμος Γ΄ (1988), σελ.156  Αναστάσιος Καραναστάσης (1984-1992) Ιστορικόν λεξικόν των ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τόμοι 1-5. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα.