civics

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: civic
      ενικός         πληθυντικός  
civics civics

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

civics (en) (συνήθως στον ενικό)

  1. (νομικός όρος) το αστικό δίκαιο
  2. (πολιτική φιλοσοφία) η αγωγή του πολίτη