clad
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | clad |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | clads |
| αόριστος | cladded, clad |
| παθητική μετοχή | cladded, clad |
| ενεργητική μετοχή | cladding |
Ρήμα
[επεξεργασία]clad (en)
- (επίσημο) επικαλύπτω την επιφάνεια κάτι με κάτι, ειδικά για επιφάνειες (μονωτικές, πυρίμαχες, αισθητικές κτλ.) που στερεώνονται στο εξωτερικό των κτιρίων
cladding the walls with marble slabs - επικάλυψη των τοίχων με μαρμάρινες πλάκες