Μετάβαση στο περιεχόμενο

clad

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας clad
γ΄ ενικό ενεστώτα clads
αόριστος cladded, clad
παθητική μετοχή cladded, clad
ενεργητική μετοχή cladding

clad (en)

  • (επίσημο) επικαλύπτω την επιφάνεια κάτι με κάτι, ειδικά για επιφάνειες (μονωτικές, πυρίμαχες, αισθητικές κτλ.) που στερεώνονται στο εξωτερικό των κτιρίων
    παράδειγμα  cladding the walls with marble slabs - επικάλυψη των τοίχων με μαρμάρινες πλάκες