clairet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
clairet clairets

Επίθετο[επεξεργασία]

clairet (fr)

  1. αραιός
    Cette soupe est clairette. Αυτή η σούπα είναι αραιή.
  2. (για κρασί) ανοιχτόχρωμος (και κατά συνέπεια: ελαφρύς)
    Ce vin me semble un peu clairet. Αυτό το κρασί μου φαίνεται λίγο ελαφρύ.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

clairet (fr) αρσενικό

  1. {λέγεται για το πολύ ελαφρό κρασί)
    Du clairet.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  clair