Μετάβαση στο περιεχόμενο

classiness

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
classiness < classy + -ness

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

classiness (en) (μη μετρήσιμο)