Μετάβαση στο περιεχόμενο

claustrophobe

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
claustrophobe claustrophobes

claustrophobe (fr) αρσενικό ή θηλυκό