Μετάβαση στο περιεχόμενο

cleat

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cleat (en)

  1. (συνήθως στον πληθυντικό) αθλητικά παπούτσια με καρφιά
  2. καρφί σε παπούτσι