clerical

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

clerical (en)

Επίθετο[επεξεργασία]

clerical (en)

  1. που αναφέρεται σε έναν κληρικό
  2. που αναφέρεται σε έναν υπάλληλο, υπαλληλικός
    a clerical mistake - ένα λάθος ενός υπαλλήλου