clientélisme

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
clientélisme clientélismes

clientélisme (fr) αρσενικό

  1. (πολιτική) το πελατειακό σύστημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]