Μετάβαση στο περιεχόμενο

clientéliste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
clientéliste clientélistes

Επίθετο

[επεξεργασία]

clientéliste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]