Μετάβαση στο περιεχόμενο

clinique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
clinique cliniques

clinique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κλινικός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
clinique cliniques

clinique (fr) θηλυκό

  1. η κλινική