clobber
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]clobber (en)
- τύπος πορσελάνινης σμαλτογραφίας• επισμαλτωμένα διακοσμητικά στοιχεία σε πορσελάνη
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | clobber |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | clobbers |
| αόριστος | clobbered |
| παθητική μετοχή | clobbered |
| ενεργητική μετοχή | clobbering |