clobber

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

clobber (en) (αργκό)

  1. χτυπώ κάποιον με δύναμη, κοπανώ, χτυπώ, πλήττω
  2. (μεταφορικά) προξενώ βλάβη-ζημιά-σφάλμα-πρόβλημα, πλήττω
  3. (μεταφορικά) κριτικάρω έντονα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

clobber (en)

  • τύπος πορσελάνινης σμαλτογραφίας• επισμαλτωμένα διακοσμητικά στοιχεία σε πορσελάνη