Μετάβαση στο περιεχόμενο

clog

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /klɒɡ/ (βρετανικό)
 
ΔΦΑ : /klɑɡ/ (ΗΠΑ)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
clog clogs

clog (en)

ενεστώτας clog
γ΄ ενικό ενεστώτα clogs
αόριστος clogged
παθητική μετοχή clogged
ενεργητική μετοχή clogging

clog (en)

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Ιρλανδικά γαελικά (ga)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

clog (ga)