Μετάβαση στο περιεχόμενο

cohesive

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός cohesive
συγκριτικός more cohesive
υπερθετικός most cohesive

cohesive (en)

  • συνεκτικός
    παράδειγμα  We are a cohesive team that collaborates effectively.
    Είμαστε συνεκτική ομάδα που συνεργάζεται αποτελεσματικά.
    παράδειγμα  The cohesive bonds of the Greek family are very strong.
    Οι συνεκτικοί δεσμοί της ελληνικής οικογένειας είναι πολύ ισχυροί.