cohort

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

cohort < λατινική cohors

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cohort

  • ομάδα ανθρώπων με (κάποια) κοινά χαρακτηριστικά
  • στατιστική υποομάδα, στατιστική ομάδα προς μελέτη
  • φιλική παρέα, συντροφιά
  • μονάδα ρωμαϊκού στρατού αποτελούμενη από έξι εκατονταρχίες, ίση με το ένα δέκατο της λεγεώνας

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]