coiffure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kwa.fyʁ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coiffure coiffures

coiffure (fr) θηλυκό

  1. το χτένισμα
  2. η κόμμωση

Συγγενικά

[επεξεργασία]