coke
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| coke | cokes |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- coke < (άμεσο δάνειο) αγγλική coke
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]coke (fr) αρσενικό
- ο οπτάνθρακας, το κοκ
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]coke (fr) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- coke - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- coke - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé