colazione

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

colazione λατινική < collatione ήταν το όνομα του γεύματος που οι μοναχοί έτρωγαν μαζί, μετά το απόγευμα.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
colazione colazioni


colazione (it)

  1. (γαστρονομία) κολατσιό, πρόγευμα