Μετάβαση στο περιεχόμενο

colite

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
colite colites

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

colite (fr) θηλυκό