collant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɔ.lɑ̃/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό collant collants
θηλυκό collante collantes

collant (fr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
collant collants

collant (fr) αρσενικό



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
collant < γαλλική collant

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

collant (it)