collect

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

collect (en)

  1. μαζεύω, συγκεντρώνω
  2. συλλέγω
    he collects stamps
  3. εισπράττω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

collect (en)