colostrum

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

colostrum < colostre < λατινική

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.lɔ.strɔm/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

colostrum (fr) αρσενικό