Μετάβαση στο περιεχόμενο

columna

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
columna columnas

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
columna < λατινική columna

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /koˈlum.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: columna

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

columna (es) θηλυκό

  1. (αρχιτεκτονική) στήλη, κίονας
  2. (τυπογραφία) στήλη
  3. (μεταφορικά) στήριγμα
  4. (στρατιωτικός όρος) στρατιωτική φάλαγγα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]