columna
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| columna | columnas |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /koˈlum.na/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : co‐lum‐na
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]columna (es) θηλυκό
- (αρχιτεκτονική) στήλη, κίονας
- (τυπογραφία) στήλη
- (μεταφορικά) στήριγμα
- (στρατιωτικός όρος) στρατιωτική φάλαγγα
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- columna - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.