columna vertebral
Εμφάνιση
Αστουριανά (ast)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]columna vertebral (es) θηλυκό
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| columna vertebral | columnas vertebrales |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /koˌlum.na β̞eɾ.t̪eˈβ̞ɾal/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : co‐lum‐na‐ver‐te‐bral
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]columna vertebral (es) θηλυκό
- (ανατομία) σπονδυλική στήλη
- άτομο ή πράγμα θεμελιώδες ή κεντρικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- columna - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.