Μετάβαση στο περιεχόμενο

columna vertebral

Από Βικιλεξικό

Αστουριανά (ast)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
columna vertebral < columna + vertebral

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

columna vertebral (es) θηλυκό



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
columna vertebral columnas vertebrales

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
columna vertebral < columna + vertebral

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /koˌlum.na β̞eɾ.t̪eˈβ̞ɾal/
τυπογραφικός συλλαβισμός: columnavertebral

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

columna vertebral (es) θηλυκό

  1. (ανατομία) σπονδυλική στήλη
    παράδειγμα  La columna vertebral posee una curvatura natural en forma de «S».
    παράδειγμα  Η σπονδυλική στήλη έχει μια φυσική καμπυλότητα σε σχήμα S.
     συνώνυμα: espina dorsal, espinazo, esquena, entrecuesto, raquis
  2. άτομο ή πράγμα θεμελιώδες ή κεντρικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]