come into effect
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]come into effect (en)
- (ιδιωματισμός) τίθεμαι, μπαίνω σε ισχύ, αρχίζω να ισχύω
When the new law comes into effect…
- Όταν αρχίσει να ισχύει ο νέος νόμος…