commemorate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | commemorate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | commemorates |
| αόριστος | commemorated |
| παθητική μετοχή | commemorated |
| ενεργητική μετοχή | commemorating |
Ρήμα
[επεξεργασία]commemorate (en)
- εορτάζω, τιμώ τη μνήμη κάποιου
During Christmas we commemorate the birth of Christ.
- Τα Χριστούγεννα εορτάζουμε τη γέννηση του Χριστού.