Μετάβαση στο περιεχόμενο

commissure

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
commissure commissures

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

commissure (en)

  1. (ανατομία) σύμφυση
  2. αρμός