commissure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

commissure ενικός (commissures πληθυντικός)

  1. (ανατομία), (ιατρική), (βιολογία) σύμφυση
  2. αρμός