commit

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

commit (en)

  1. διαπράττω, κάνω (έγκλημα, αμαρτία, σφάλμα)
    commit suicide: αυτοκτονώ
  2. (+ to, upon) παραδίδω
  3. παραπέμπω (σε δίκη)
  4. εκθέτω, βάζω σε κίνδυνο