commute

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

commute (en)

  1. πηγαινοέρχομαι[1]
    • διακινούμαι ενδοαστικά ανάμεσα σε σταθερούς προορισμούς
  2. αντιμεταθέτω
  3. ελαττώνω ποινή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

commute (en)

  • εργοδιακίνηση, το να πηγαινοέρχομαι στη δουλειά (σπίτι/δουλειά)