comodo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό comodo comodi
θηλυκό comoda comode

comodo (it)

  1. άνετος, εύχρηστος
  2. βολικός