Μετάβαση στο περιεχόμενο

compétence

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
compétence compétences

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

compétence (fr) θηλυκό