compétition

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: competition
      ενικός         πληθυντικός  
compétition compétitions

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

compétition (fr) θηλυκό

  1. ο συναγωνισμός
  2. ο ανταγωνισμός
  3. ο διαγωνισμός