Μετάβαση στο περιεχόμενο

compétitivité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
compétitivité compétitivités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

compétitivité (fr) θηλυκό