Μετάβαση στο περιεχόμενο

compadecer

Από Βικιλεξικό

Γαλικιανά (gl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
compadecer < λατινική compati

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kompaðeˈθeɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: compadecer

compadecer (gl)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
compadecer < λατινική compati

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kompaðeˈseɾ/ (Λατινική Αμερική)
ΔΦΑ : /kompaðeˈθeɾ/ (Ισπανία)
τυπογραφικός συλλαβισμός: compadecer

compadecer (es)

παράδειγμα  Oye, ¿pero qué te pasa? ¿No has entendido? Está pasando por una situación terrible. Compadece su desdicha. No seas tan hijo de puta. — Άκου, μα τι σου συμβαίνει; Δεν κατάλαβες; Περνάει μια τρομερή κατάσταση. Συμπονά τη δυστυχία του. Μην είσαι τόσο μαλάκας.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
compadecer < λατινική compati

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kõpɐdəˈseɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: compadecer

compadecer (pt)

  1. (αμετάβατο) συμπονώ
  2. (αμετάβατο) συμβιβάζομαι
     συνώνυμα: conformar-se
  3. (μεταβατικό) επιτρέπω
     συνώνυμα: consentir
  4. (μεταβατικό) υποφέρω
     συνώνυμα: sofrer

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]