comparsa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

comparsa (it) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κομπάρσος
  2. κομπάρσα