compass

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Compass

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

compass (en)

  1. η πυξίδα
  2. ο διαβήτης (το όργανο)
     συνώνυμα: pair of compasses