compasses

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

compasses (en)

  1. πληθυντικός αριθμός του compass
    • a pair of compasses: ο διαβήτης, το γεωμετρικό όργανο