Μετάβαση στο περιεχόμενο

complector

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
complector < (cum) com- + plector

complector (la) (αποθετικό ρήμα)