compliant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kəmˈplʌɪənt/

Επίθετο[επεξεργασία]

compliant (en)

  1. ενδοτικός, υποχωρητικός, υπάκουος
  2. που συμμορφώνεται με συγκεκριμένα πρότυπα, νόμους, οδηγίες κλπ
    The browser is standards compliant.