Μετάβαση στο περιεχόμενο

comply

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 
ενεστώτας comply
γ΄ ενικό ενεστώτα complies
αόριστος complied
παθητική μετοχή complied
ενεργητική μετοχή complying

comply (en) (αμετάβατο)

  • συμμορφώνομαι με κάποιον ή κάτι, τηρώ, ακολουθώ κανονισμούς ή αρχές
    παράδειγμα  They should comply with our rules.
    Θα πρέπει να συμμορφωθούν με τους κανόνες μας.
    παράδειγμα  The theater did not comply with modern building codes and was not accessible to wheelchair users.
    Το θέατρο δεν συμμορφωνόταν με τους σύγχρονους οικοδομικούς κανονισμούς και δεν ήταν προσβάσιμο σε χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων.
    παράδειγμα  The company complies with safety regulations.
    Η εταιρεία τηρεί τους κανονισμούς ασφαλείας.
     συνώνυμα: obey
     αντώνυμα: violate

Συγγενικά

[επεξεργασία]