compost
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| compost | composts |
compost (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | compost |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | composts |
| αόριστος | composted |
| παθητική μετοχή | composted |
| ενεργητική μετοχή | composting |
compost (en)
- κομποστοποιώ, μετατρέπω οργανικό υλικό σε κομπόστ
I compost kitchen scraps to reduce waste.
- Κομποστοποιώ τα υπολείμματα της κουζίνας για να μειώσω τα σκουπίδια.
This material does not compost easily.
- Αυτό το υλικό δεν κομποστοποιείται εύκολα.
Composting helps reduce the volume of waste that ends up in landfills.
- Η κομποστοποίηση βοηθά στη μείωση του όγκου των απορριμμάτων που καταλήγουν στις χωματερές.
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- compost < → λείπει η ετυμολογία → δείτε τη λέξη compositus (λατινικά)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: κομπόστ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]compost (fr) αρσενικό
- το κομπόστ