Μετάβαση στο περιεχόμενο

compulsão

Από Βικιλεξικό

Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
compulsão < από το λατινικό compulsiō

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

compulsão (pt) θηλυκό (πληθ. : compulsões)

  1. εξαναγκασμός
  2. παρόρμηση

Συγγενικά

[επεξεργασία]