concatenation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

concatenation (en)

  1. σειραϊκή συσχέτιση πραγμάτων, οντοτήτων, γεγονότων κτλ.
    αλληλουχία, διασύνδεση
  2. (προγραμματισμός) η συνένωση σειραϊκών (sequential) δομών δεδομένων (data structures)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]