Μετάβαση στο περιεχόμενο

conceder

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: concéder

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
conceder < λατινική concedere

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kon̟.seˈð̞eɾ/ (Λατινική Αμερική)
ΔΦΑ : /kon̟.θeˈð̞eɾ/ (Ισπανία)
τυπογραφικός συλλαβισμός: conceder

conceder (es)

  1. (μεταβατικό) χορηγώ, παραχωρώ
    παράδειγμα  El Gobierno concedió becas. – Η κυβέρνηση χορήγησε υποτροφίες.
    παράδειγμα  Le concedieron un permiso. – Του παραχώρησαν άδεια.
     συνώνυμα: adjudicar, conferir, dar, otorgar
     αντώνυμα: denegar
  2. (μεταβατικό) παραδέχομαι, αναγνωρίζω
    παράδειγμα  Concedo que tienes razón. – Παραδέχομαι ότι έχεις δίκιο.
     συνώνυμα: aceptar, admitir, reconocer
     αντώνυμα: discrepar, disentir, rechazar
  3. (μεταβατικό) αποδίδω, αναγνωρίζω
    παράδειγμα  Le concedieron valor. – Του απέδωσαν θάρρος.
    παράδειγμα  Le concedieron reconocimiento por su atribución. – Αναγνώρισαν τη συμβολή του.