Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


concentrated (en)

  1. συγκεντρωμένος (πάνω σε κάτι), εστιασμένος
    he was so concentrated on what he was reading that he didn't hear my question
  2. συγκεντρωμένος σε ένα σημείο ή πρόσωπο
    in a democracy, wealth should not be concentrated in the hands of a few people
    studies show that violent crime is usually concentrated in one part of town
  3. (για κάτι ρευστό) που το υγρό του έχει μειωθεί ώστε να είναι πιο πυκνό, συμπυκνωμένος
    concentrated orange juice

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

concentrated (en)