concerto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

concerto (en)


Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
concerto concerti

concerto (it)

  1. (μουσική) κονσέρτο μουσική ή τραγούδι για ένα ή περισσότερα όργανα , σόλο
  2. (μουσική) κονσέρτο ζωντανή μουσική παράσταση
  3. συμφωνία