Μετάβαση στο περιεχόμενο

concurrency

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
concurrency concurrencies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

concurrency (en)

  1. η ιδιότητα του ταυτόχρονου
  2. (επιστήμη υπολογιστών) ο ταυτοχρονισμός, ταυτόχρονη χρήση

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]