condense

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας condense
γ΄ ενικό ενεστώτα condenses
αόριστος condensed
παθητική μετοχή condensed
ενεργητική μετοχή condensing

Ρήμα[επεξεργασία]

condense (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) συμπυκνώνω, μετατρέπω αέριο σε υγρό
    Water vapor in the atmosphere, when condensed, turns into rain or snow.
    Οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας όταν συμπυκνωθούν μετατρέπονται σε βροχή ή σε χιόνι.
  2. (μεταβατικό) συμπυκνώνω, διατυπώνω πολλές πληροφορίες με λίγες λέξεις
    Age-old wisdom is condensed into each proverb.
    Σε κάθε παροιμία συμπυκνώνεται πολύχρονη σοφία.

Συγγενικά[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]