condition

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

condition (en)

  1. όρος, προϋπόθεση, αναγκαία συνθήκη
    environmental protection is a condition for sustainability‎ - η προστασία του περιβάλλοντος είναι προϋπόθεση για την αειφορία
    • (στον πληθυντικό) συνθήκες
      What other planets might have the right conditions for life? - Ποιοι άλλοι πλανήτες θα μπορούσαν να έχουν τις κατάλληλες συνθήκες/προϋποθέσεις για ζωή;
  2. κατάσταση
    my aunt couldn't walk up the stairs in her condition - η θεία μου δεν μπορούσε να ανεβαίνει τις σκάλες στην κατάστασή της
    the condition of public education - η κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης
    hypnosis is a peculiar condition of the nervous system - η ύπνωση είναι μια ιδιαίτερη κατάσταση του νευρικού συστήματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]