conference room
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- conference room < → δείτε τις λέξεις conference και room
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| conference room | conference rooms |
conference room (en)
- η αίθουσα συνεδριάσεων
We booked the conference room for tomorrow’s meeting.
- Κλείσαμε την αίθουσα συνεδριάσεων για τη αυριανή συνάντηση.
- ≈ συνώνυμα: meeting room